25 Αυγούστου 2014

Θέλω Κάπου να Μιλήσω... Μα δεν Ξέρω τί να Πώ


Έχει φορές που η ιδέα να απευθυνθείς σε έναν θεραπευτή ή μία θεραπεύτρια σου ακούγεται θελκτική - σα να μην είναι, τελικά, και τόσο κακή ιδέα. Ίσως ακόμα και να νιώθεις έντονα αυτή την ανάγκη να μιλήσεις και να καταθέσεις κάτι που θα ήθελες, επιτέλους, να αποκαλύψεις σε κάποιον και να διαλευκάνεις. 

Αισθάνεσαι ότι -εάν το πάρεις απόφαση και σου δοθεί αυτή η ευκαιρία- αυτό που θες να μοιραστείς είναι, πράγματι, κάτι ιδιαίτερα ουσιαστικό. Αλλά, αυτό το πολυπόθητο θέμα που θες ανασκαλίσεις, που σε τριγυρίζει αλλά διστάζεις να απλώσεις το χέρι να εξετάσεις, όσο κι αν προσπαθείς να το προσδιορίσεις, σου φαίνεται άπιαστο, απρόσιτο, ακατανόητο!

Η ανάγκη να μιλήσουμε και να μοιραστούμε τα συναισθήματά μας - όσο ξεκάθαρα ή θολά κι αν είναι αυτά - πολλές φορές είναι τόσο έντονη που μας εμποδίζει να προσδιορίσουμε τί είναι αυτό ακριβώς για το οποίο θα θέλαμε να μιλήσουμε. Ίσως μπορούμε να περιγράψουμε μοναχά εν μέρει τί έχουμε στο μυαλό μας. Ίσως, ακόμα, να μην αφορά καν το μυαλό, αλλά να πρόκειται για συναισθήματα, κάποιο ένστικτο, κάτι που ίσα-ίσα τολμούμε να ομολογήσουμε ότι αντιλαμβανόμαστε, το οποίο φαίνεται ολοσδιόλου αποκομμένο από τη σκέψη μας, από την κοινή λογική, από την κοινή αντίληψη. 

Και το όμορφο σενάριο όπου πας σε έναν θεραπευτή και ξεφορτώνεις το μπαούλο με το αόρατο φορτίο μπροστά στο χαλί του για να ψάξετε τί έχει παρέα, σταματά κάπου εκεί. Άλλωστε - πείθεις τον εαυτό σου- δε γίνεται να πάει κάποιος για ψυχοθεραπεία εάν δεν ξέρει ακριβώς ποιό είναι το "πρόβλημα"... Ή μήπως γίνεται; 

O Gendlin χρησιμοποιεί τον όρο "βιωμένη αίσθηση" (felt sense) κάνοντας αναφορά στη σπλαχνική αύρα, εκείνη τη χειροπιαστή διάθεση της αδήλωτης γνώσης. Είναι όπως η "αίσθηση" που σου αφήνει ένα όνειρο στην περιφέρεια της συνειδητότητάς σου (edge of awareness) όταν ξυπνάς, ακόμα κι αν δε θυμάσαι το περιεχόμενό του. Ή η προσπάθεια να θυμηθείς το όνομα κάποιου, όταν νιώθεις ότι η ύπαρξή του έχει καταθέσει την ουσία του στο σώμα σου. Το όνομα έχει μία αίσθηση παρουσίας. Είναι ένας γρίφος που περιμένει να ανοιχτεί, που σε τριβελίζει να τον ανακαλέσεις. Κι αυτό το αίσθημα είναι ο οδηγός καθώς αναρωτιέσαι "Μήπως είναι Θανάσης;" και το αίσθημα με κάποιον τρόπο απαντά "Όχι". "Είναι Θοδωρής;" και με κάποιον τρόπο γνωρίζεις πως αυτό το όνομα βρίσκεται πιο κοντά σε αυτό που ψάχνεις.

Τί μπορείς, λοιπόν, να κάνεις στην περίπτωση που η βιωμένη αίσθηση δηλώνει ότι υπάρχει κάτι ανείπωτο που θες να πεις;  Για αρχή, ίσως σε βοηθήσει το γεγονός ότι πολλοί άνθρωποι επιδιώκουν να απευθυνθούν σε έναν θεραπευτή για αυτόν ακριβώς το λόγο: αντιλαμβάνονται ότι χρειάζονται συντροφιά για να κατανοήσουν τα βιώματα τους με πιο ξεκάθαρο, φωτεινό, ουσιαστικό τρόπο.

Οπότε, ποιό είναι το χειρότερο σενάριο που μπορεί να σου συμβεί; Μπορείς να φέρεις ότι-κι-αν-είναι-αυτό μαζί σου στο δωμάτιο του/της θεραπευτή/-τριας, και να το ξεφορτώσεις μπροστά του/της σε οποιαδήποτε ευδιάκριτη ή δυσδιάκριτη μορφή το έχεις διαθέσιμο, και να πεις "Αυτό έχω μόνο - τί πιστεύεις ότι σημαίνει;" Ο θεραπευτής ή η θεραπεύτριά σου μπορεί κρίνει ότι αυτό το υλικό είναι αρκετό για να δουλέψετε, ή μπορεί να επισημάνει αυτό που κατέθεσες και να σου πει ότι θα είχε ενδιαφέρον να διερευνήσετε αυτό το συναίσθημα/ένστικτο/σκέψη/βίωμα που σου μιλάει τόσο έντονα από κοινού με το να επαναεπισκεφθείτε το θέμα στις επόμενες συνεδρίες σας. 

Αυτό που χρειάζεται να θυμάσαι είναι ότι η θεραπεία είναι μία διαδικασία που αφορά δύο άτομα
Το βαρύ φορτίο το μοιράζεται η θεραπευτική συμμαχία που διαμορφώνεται μεταξύ θεραπευτή και πελάτη. Ο κατάλληλος θεραπευτής θα πρέπει να σε κάνει να νιώσεις άνετα όταν καταθέτεις προσωπικές ανησυχίες στο δωμάτιο, άσχετα με το πόσο κατανοητές είναι για τον καθέναν από τους δυο σας εκ πρώτης όψεως... 

Άννα Πολεμικού, Ph.D. 
Νευροψυχολόγος - Ψυχοθεραπεύτρια
(προσωποκεντρικης προσέγγισης)


πληροφορίες/επικοινωνία: 
 
  6937804644 / 21 3030 1465